ΤΟ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΣΜΙΘΣΟΝΙΑΝ ΚΑΙ ΟΙ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΣΥΓΚΑΛΥΨΕΙΣ
"ΟΠΟΙΟΣ ΕΛΕΓΧΕΙ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ,ΕΛΕΓΧΕΙ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ.ΟΠΟΙΟΣ ΕΛΕΓΧΕΙ ΤΟ ΠΑΡΟΝ,ΕΛΕΓΧΕΙ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ".
Τζώρτζ Όργουελ 1984

Οι περισσότεροι από εσάς θυμάστε την τελευταία σκηνή από την δημοφιλή ταινία αρχαιολογικής περιπέτειας "Οι Κυνηγοί της Χαμένης Κιβωτού" με τον Ιντιάνα Τζόουνς, στην οποία ένα σημαντικό ιστορικό εύρημα, η Κιβωτός της Διαθήκης από το Ναό της Ιερουσαλήμ, κλειδώνεται σ' ένα κιβώτιο και τοποθετείται σε μια τεράστια αποθήκη, όπου δεν θα την ξανα δεί ποτέ κανείς, εξασφαλίζοντας μ' αυτό τον τρόπο ότι τα βιβλία της ιστορίας δεν θα χρειαστεί να ξαναγράφουν και οι καθηγητές της ιστορίας δεν θα χρειαστεί να αναθεωρήσουν τη διάλεξη που δίνουν εδώ και σαράντα χρόνια.
Συμφωνα με τη γνώμη πολλών εξερευνητών, παρ' όλο που η ταινία είναι φανταστική, η σκηνή κατά την οποία ένα σημαντικό αρχαίο λείψανο θάβεται σε μια αποθήκη είναι επικίνδυνα κοντά στην πραγματικότητα. Για όσους ερευνούν τις κατηγορίες για αρχαιολογικές συγκαλύψεις, υπάρχουν ενοχλητικές ενδείξεις ότι το πιο σημαντικό αρχαιολογικό ινστιτούτο των ΗΠΑ, το Ινστιτούτο Σμιθσόνιαν (Smithsonian), που αποτελεί ανεξάρτητη ομοσπονδιακή αρχή, έχει σκόπιμα αποκρύψει κάποιες από τις πιο ενδιαφέρουσες και σημαντικές αρχαιολογικές ανακαλύψεις που έγιναν στην Αμερικανική ήπειρο.
Το Βατικανό εδώ και πολύ καιρό κατηγορείται ότι
κρύβει ευρήματα και αρχαία βιβλία στα τεράστια υπόγεια του,
χωρίς να επιτρέπει στον έξω κόσμο την πρόσβαση σ' αυτά. Οι μυστικοί αυτοί θησαυροί, των οποίων η ιστορική ή θρησκευτική φύση είναι συχνά αμφισβητούμενη, θεωρούνται ότι αποκρύπτονται από την Καθολική Εκκλησία γιατί μπορούν να τραυματίσουν την αξιοπιστία της, ή ίσως να θέσουν τα επίσημα κείμενα τους υπό αμφισβήτηση. Δυστυχώς, υπάρχουν ατράνταχτα στοιχεία ότι κάτι παρόμοιο συμβαίνει στο Ινστιτούτο Σμιθσόνιαν.
Το Ινστιτούτο Σμιθσόνιαν ιδρύθηκε το 1829, όταν ένας εκκεντρικός Βρετανός εκατομμυριούχος ονόματι Τζέημς Σμίθσον (James Smithson), πέθανε αφήνοντας το ποσό των 515.169 δολαρίων για τη δημιουργία ενός ινστιτούτου "για την αύξηση και τη διάδοση της γνώσης στους ανθρώπους". Δυστυχώς, υπάρχουν στοιχεία σύμφωνα με τα οποία το Σμιθσόνιαν τα τελευταία εκατό χρόνια ασχολείται περισσότερο με την απόκρυψη παρά με τη διάδοση της γνώσης.
Η συγκάλυψη και απόκρυψη αρχαιολογικών στοιχείων ξεκίνησε στο τέλος του 1881 όταν ο Τζων Γουέσλυ Πάουελ (John Wesley Powell), ο γεωλόγος που έγινε διάσημος για την εξερεύνηση του Γκραν Κάνυον, διόρισε τον Σάϊρους Τόμας (Cyrus Thomas) διευθυντή του Τμήματος Ανατολικών Τύμβων του Γραφείου Εθνολογίας του Ινστιτούτου Σμιθσόνιαν.
Όταν ο Τόμας έφτασε στο Γραφείο Εθνολογίας "πίστευε ακράδαντα στην ύπαρξη μιας φυλής Κατασκευαστών Τύμβων, διάφορης από τις φυλές των Ινδιάνων της Αμερικής".
Ο Τζων Γουέσλυ Πάουελ όμως, ο διευθυντής του Γραφείου Εθνολογίας, που ήταν πολύ φιλικά διακείμενος προς τους Ινδιάνους της Αμερικής, όταν ήταν νέος είχε ζήσει για πολλά χρόνια με τους ειρηνικούς Ινδιάνους Γουινεμπάγκο (Winnebago) του Ουισκόνσιν και πίστευε ότι οι Ινδιάνοι της Αμερικής άδικα θεωρούνταν πρωτόγονοι και άγριοι.
Το Σμιθσόνιαν άρχισε να προωθεί την ιδέα ότι οι ιθαγενείς Αμερικανοί, οι οποίοι εκείνη την εποχή εξολοθρεύονταν στους "Ινδιάνικους Πολέμους", κατάγονταν από προηγμένους πολιτισμούς και ήταν άξιοι σεβασμού και προστασίας. Ξεκίνησαν επίσης ένα πρόγραμμα συγκάλυψης των αρχαιολογικών στοιχείων που υποστήριζαν το κίνημα που ήταν γνωστό ως Διαδοτισμός (Diffusionism), ένα κίνημα που υποστηρίζει ότι κατά τη διάρκεια της ιστορίας υπήρξε μεγάλη διάδοση κουλτούρας και πολιτισμικών αξιών, η οποία προέκυψε λόγω των ταξιδιών των πλοίων και των εμπορικών ανταλλαγών.